26.7.17

Ερμής ο ανάδρομος

Αυτές τις μέρες ο Ερμής ξεκινάει την ανάδρομη πορεία του στον ουρανό. Αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται στη μεγαλύτερη φαινομενική απόσταση από τον Ήλιο, άρα είναι οριακά ορατός λίγο μετά τη δύση του Ήλιου. Για να τον δείτε, πρέπει να έχετε θέα στον βορειοδυτικό ορίζοντα και καθαρή ατμόσφαιρα.

Στη φωτογραφία βλέπετε την δική μου αποψινή προσπάθεια λίγο έξω από την Αθήνα. Ο Ερμής ίσα που φαίνεται πάνω από το ζευγάρι και τη γωνία του κτιρίου. (Ανοίξτε την φωτογραφία για να την δείτε στο κανονικό μέγεθος.)

Πατήστε στην φωτογραφία για να ανοίξει σε πλήρες μέγεθος

Μεγεθύνοντας την φωτογραφία ο Ερμής διακρίνεται λίγο καλύτερα. Επίσης, λίγο δεξιότερα και πάνω φαίνεται ο Βασιλίσκος, το λαμπρότερο αστέρι του αστερισμού του Λέοντα.


Στην παρακάτω εικόνα από το Stellarium εμφανίζεται η τροχιά του Ερμή και συγκεκριμένα η στροφή που θα διαγράψει στον ουρανό (από τα δεξιά προς τα αριστερά).


Καθώς "στρίβει" λοιπόν, θα παραμείνει στην ίδια περίπου απόσταση για μερικές μέρες, μέχρι να ξεκινήσει να κινείται προς τον Ήλιο και να εξαφανιστεί πάλι. Αν είστε σε μέρος με καθαρό ουρανό και θέα προς τη δύση, δοκιμάστε να τον διακρίνετε μια ώρα περίπου μετά το ηλιοβασίλεμα.

Α, και φίλοι Λέοντες: Αν δεν το καταλάβατε, αυτό το μήνα έχετε τον Ερμή ανάδρομο. 😜


Γ.

7.6.17

Η γάτα σου είναι πάνω στο δέντρο

Η Ρέα

Την Ρέα την βρήκαμε νεογέννητη μαζί με τα δύο αδερφάκια της, τον Άρη και την Ήρα, στην Εστία του Πανεπιστημίου Πατρών. Τα πήγαμε αμέσως στον κτηνίατρο. Όταν φτάσαμε, η Ρέα ήταν ετοιμοθάνατη.

Ήταν όντως πολύ μικρά και για να έχουν ελπίδες να επιβιώσουν έπρεπε να τα κρατάμε ζεστά, να τα καθαρίζουμε και να τα ταΐζουμε με μια αυτοσχέδια σύριγγα-μπιμπερό. Ευτυχώς ο πατέρας μου έφερε μια ηλεκτρική θερμοφόρα και λύθηκε το θέμα της ζεστασιάς. Εγώ ανέλαβα το τάισμα και το καθάρισμα. Κατάφεραν και τα τρία να ξεπεράσουν την πρώτη δύσκολη φάση της ζωής τους, αλλά η μοίρα το έφερε έτσι ώστε στο τέλος επέζησε μόνο το αουτσάιντερ, η Ρέα.

Τα χαρακτηριστικά της Ρέας που την έκαναν να ξεχωρίζει ήταν δύο: Η σπασμένη άκρη της ουράς της που θύμιζε λιγάκι αγκίστρι και η συνήθειά της να σκαρφαλώνει πάνω μου για να κάτσει στους ώμους μου. Το σκαρφάλωμα γενικότερα ήταν η αγαπημένη της συνήθεια. (Και ήταν αυτό που της έσωσε τουλάχιστον μια φορά τη ζωή.)

Όταν ήταν μικρή ακόμα, έκανε ένα άλμα και έφτανε κατευθείαν στους ώμους μου. Δεν θα ξεχάσω τις έντρομες φάτσες των φίλων μου, όταν εκεί που στεκόμασταν όρθιοι και μιλούσαμε, έβλεπαν ξαφνικά μια γάτα να πηδάει στην πλάτη μου και να κάθεται στο σβέρκο μου. Τον χειμώνα - που τα ρούχα ήταν χοντρά - δεν είχα πρόβλημα, αλλά τα καλοκαίρια είχα φάει μερικές γερές νυχιές στην πλάτη....

Αργότερα, όταν βάρυνε, ήθελε να σκαρφαλώνει στους ώμους μου μόνο όταν έβγαινα από το μπάνιο φορώντας ένα χοντρό μπουρνούζι. Με περίμενε ικετευτικά να της δώσω το οκ και μόνο τότε έκανε το άλμα.

Εδώ ποζάρει με το μπουρνούζι, αψηφώντας λίγο την βαρύτητα


Το ότι τα ζώα καταλαβαίνουν περισσότερα από όσα νομίζουμε το ήξερα, όμως η Ρέα ανέβασε αρκετά τον πήχη. Είχε αποφασίσει μόνη της ότι όταν πέρναγε η ώρα το πρωί, έπρεπε να ξυπνήσω. Στην αρχή νιαούριζε κι ανέβαινε στο κρεβάτι και με σκούνταγε. Ξυπνούσα, αλλά δεν μπορούσε εύκολα να με κάνει να σηκωθώ. Αργότερα ανακάλυψε (μάλλον τυχαία) έναν πιο αποδοτικό τρόπο.

Είχε παρατηρήσει ότι στο δεύτερο ράφι της βιβλιοθήκης υπήρχαν μερικά εύθραυστα αναμνηστικά που έκαναν έναν χαρακτηριστικό οξύ ήχο όταν τα χτυπούσε. Ένα πρωί λοιπόν, σκαρφάλωσε και άρχιζε να πειράζει ένα από αυτά με στόχο να το ρίξει, αλλά αργά αργά. Άκουσα το "γκλιν γκλιν", ξύπνησα, κατάλαβα τι πάει να γίνει και πετάχτηκα πάνω για να την σταματήσω. Από τότε, αυτή ήταν η καθημερινή μας ρουτίνα. Μέχρι που μια μέρα δεν ξύπνησα, έριξε κάτι κάτω και έγινε χίλια κομμάτια. Λίγο η τρομάρα που πήρε, λίγο οι φωνές που της έβαλα, δεν το ξανάκανε.

Σολάριουμ

Τα τελευταία χρόνια είχε πάψε να μας ξυπνάει το πρωί. Αντιθέτως, μας περίμενε πρώτη να πάμε για ύπνο το βράδυ. Είχε πάψει να κάνει άλματα. Σκαρφάλωνε σε όλο και λιγότερα μέρη. Σε μερικά σημεία είχαμε φτιάξει πρόχειρα σκαλοπάτια για να ανεβοκατεβαίνει πιο εύκολα.

Φέτος το Πάσχα που την είδα για τελευταία φορά, ερχόταν να κοιμηθεί μαζί μου περισσότερο από ό,τι συνήθως. Όταν έφυγα την χαιρέτησα με δάκρυα στα μάτια, γιατί ήξερα ότι ο καιρός πλησιάζει. Στενοχωριέμαι γιατί δεν μπόρεσα σήμερα να είμαι εκεί, δίπλα της. Αλλά ίσως να είναι καλύτερα έτσι.

Σε νεαρή ηλικία


Θα την θυμάμαι πάντα σαν το γατάκι που κατάφερνε να μου αποσπάσει την προσοχή όσο απασχολημένος κι αν ήμουν.
Που με τον τρόπο της με ηρεμούσε όταν δεν ήμουν καλά.
Που ήθελε να κοιμάται πάνω μου όταν ξάπλωνα μπρούμυτα.
Που με συνόδευε στην ταράτσα όταν έβγαινα για να παρατηρήσω τα άστρα. (Εγώ φωτογράφιζα, εκείνη κυνηγούσε - έκαστος στο είδος του.)
Που την ξεχνούσα στην ταράτσα όταν δεν ήθελε να μπει μέσα μαζί μου και μετά άκουγα τα εξ αμάξης όταν της άνοιγα.
Που το έπαιζε ανεξάρτητη, αλλά όταν επιστρέφαμε από ταξίδι μας κρατούσε λίγο μούτρα και μετά ήταν συνέχεια δίπλα μας.
Που παραλίγο να καεί μια μέρα όταν η γούνα της ακουμπούσε σε ένα πορτατίφ κι εκείνη στεκόταν ατάραχη.
Θα θυμάμαι το κυνηγητό μες στο σπίτι, το κρυφτό με την ουρά της πάντα απέξω, το παιχνίδι με τις μπατονέτες, τα ξαφνικά άλματα όταν τρόμαζε, τις ιδιαίτερες διατροφικές της συνήθειες, τα νιαουρίσματα μπροστά σε κλειστές πόρτες, τις φορές που δεν την βρίσκαμε και μας είχε γραμμένους όσο κι αν φωνάζαμε, την πρώτη φορά που σκαρφάλωσε πάνω μου, την φορά που την κατέβασα χαράματα από ένα δέντρο...

Την ημέρα που την βρήκα, η κτηνίατρος μου είχε πει να μην στεναχωρηθώ αν δεν βγάλει τη νύχτα. Από τότε πέρασαν 15 χρόνια. Κατά κάποιο τρόπο, κάθε μέρα με την Ρέα μετά την πρώτη ήταν για μένα ένα δώρο.

Αντίο μικρή μου...


Γ.


Το αγαπημένο της σπορ


Υ/Γ. Ο τίτλος του άρθρου είναι παρμένος από ένα παλιό ανέκδοτο:
Κάποιος που ξενιτεύεται λέει στον κολλητό του να του στέλνει νέα. Αλλά τα άσχημα νέα να του τα λέει με τρόπο.
"Δηλαδή πώς;", ρωτάει ο κολλητός του.
"Να. Την πρώτη μέρα θα μου στείλεις ένα μήνυμα της μορφής: - Εδώ ο ήλιος λάμπει. Τα πουλάκια κελαηδούν. Η γάτα σου είναι πάνω στο δέντρο.
Την δεύτερη μέρα θα μου στείλεις: - Εδώ έχει συννεφιά. Τα πουλάκια σώπασαν. Η γάτα σου είναι πάνω στο δέντρο.
Την τρίτη μέρα: - Εδώ βρέχει καταρρακτωδώς. Τα πουλάκια έφυγαν. Η γάτα σου είναι πάνω στο δέντρο.
Ε πού θα πάει, θα καταλάβω ότι κάτι τρέχει με τη γάτα μου."
Λίγο καιρό μετά, ο ξενιτεμένος λαμβάνει το εξής μήνυμα από τον φίλο του: - Εδώ ο ήλιος λάμπει. Τα πουλάκια κελαηδούν. Η γιαγιά σου είναι πάνω στο δέντρο.








30.10.16

Μα τον Βύρωνα Πολύδωρα;

Περί ΕΣΡ, ΣτΕ, νόμου αδειοδότησης καναλιών κ.ά.



Είναι σαφές πλέον ότι η Κυβέρνηση μας τρολάρει. Την πρώτη φορά στην συνεργασία με τους ΑΝΕΛ ευθυμήσαμε, την δεύτερη φορά με την επιλογή του Παυλόπουλου για Πρόεδρο της Δημοκρατίας μείναμε λίγο άναυδοι, τώρα με τον Βύρωνα Πολύδωρα για πρόεδρο του ΕΣΡ αρχίζει και γίνεται ενοχλητικό.

Η επίσημη εκδοχή είναι πως τον επέλεξαν για να αναγκάσουν την ΝΔ να τον ψηφίσει. Ή - αν δεν τον ψηφίσει - να εκτεθεί στους ψηφοφόρους της κλπ κλπ.

Το βασικό ερώτημα είναι: ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί να τον ψηφίσει; Πόσο πιο κάτω θα πέσουν αυτοί που έχουν απομείνει σε αυτό το κουφάρι;

Μα τον Πολύδωρα; Γιατί όχι τον Μιχάλη Λιάπη, που είναι αρτιότερα καταρτισμένος στις σύγχρονες τεχνολογίες, όπως δείχνει η παρακάτω ομιλία του για τα Τζι Έιτς Ζι;



Μα, θα πει ένας Συριζαίος (ποιος θα έχει τα μούτρα δεν ξέρω, αλλά τέλος πάντων), χρειαζόμασταν έναν υποψήφιο που να μπορεί να τον ψηφίσει και η άλλη πλευρά.

Κι εγώ θα απαντήσω: αν η αριστερά δεν μπορεί - σε 2 περιπτώσεις - να βρει έναν δικό της υποψήφιο ευρείας αποδοχής ή έναν διακομματικό (αλλά πραγματικά διακομματικό) κατάλληλο για τη θέση, ε τότε να το κλείσουμε το μαγαζί και να πάμε να καλλιεργήσουμε σαλιγκάρια.

Και τώρα, ορισμένες σκέψεις για την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ που έφερε τα πάνω κάτω.

Προς Κυβέρνηση: Τα κάνατε μαντάρα. Και το ξέρατε πριν γίνει η αδειοδότηση ότι κινδυνεύει να κριθεί αντισυνταγματική. Λίγη αυτοκριτική δεν βλάπτει. Αυτό το "φταίνε πάντα όλοι οι άλλοι" έχει καταντήσει πολύ κουραστικό.

Για ΣτΕ: Όλα θα ήταν ωραία και καλά, αν δεν είχε προηγηθεί λίγους μήνες πριν η απόφαση για το "The Mall" που μέσες άκρες έλεγε: "χτίστηκε παράνομα, αλλά τι να κάνουμε τώρα, να το γκρεμίσουμε; στην Ελλάδα ζούμε, δεν κάνουμε καλύτερα μια ρυθμισούλα να το κρατήσουμε αφού το θέλει και ο κόσμος;"

Με δυο λόγια, έχουμε δύο περιπτώσεις αντισυνταγματικότητας που το κακό έχει ήδη γίνει, αλλά στην μια πειράζει ενώ στην άλλη δεν πειράζει. Και όλως τυχαίως και στις δύο περιπτώσεις ευνοημένοι βγαίνουν οι ολιγάρχες. Ίσως είναι τυχαίο, ίσως όχι. Nα το ξανακοιτάξουμε στο μέλλον.

Γενικό συμπέρασμα από τις αντιπαραθέσεις των κομμάτων γύρω από το ΣτΕ: Κυβέρνηση κατώτερη τον περιστάσεων, αντιπολίτευση κατώτερη των περιστάσεων, γενικά όλοι κατώτεροι των περιστάσεων. Θα μου πεις, εμείς δεν τους ψηφίσαμε; Ε, κι εμείς κατώτεροι των περιστάσεων. Διαχρονικά.


Γ.


Υ/Γ.1: Μα τον Πολύδωρα;

Υ/Γ.2: Αναλυτικότερα για τον Πολύδωρα τα λέει εξαιρετικά ο zaphod: http://aeisixtir.blogspot.com/2016/10/blog-post_29.html

.
.
.

Μα τον Πολύδωρα;

29.9.15

Πότε πάψαμε να είμαστε άνθρωποι;

Το συγκεκριμένο άρθρο δεν απευθύνεται στους ανθρώπους που χρόνια τώρα βοηθούν με όποιο τρόπο μπορούν τους πρόσφυγες και γενικότερα τους μετανάστες. Απευθύνεται σε όλους τους υπόλοιπους, που τους σκοτώνουν, τους βασανίζουν, τους εκμεταλλεύονται. Που δηλώνουν ότι θα έπρεπε να τους βυθίζαμε πριν φτάσουν στις ακτές μας. Που χρησιμοποιούν τον όρο λαθρομετανάστες. Που ξινίζουν τα μούτρα τους όταν βλέπουν μια οικογένεια προσφύγων στο σταθμό του Ηλεκτρικού. Απευθύνεται και σε αυτούς που ανέχονται με τη σιωπή τους τις παραπάνω συμπεριφορές.


Πρόσφατα ξαναδιάβασα την Οδύσσεια. Για την ακρίβεια, την διάβασα για πρώτη φορά ολόκληρη, αφού στο σχολείο είχαμε διδαχτεί μόνο ένα μέρος της. Ανάμεσα στα πολλά πράγματα που δεν είχα συγκρατήσει, υπήρξε κι ένα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.

Σε πολλά σημεία του έπους, ο Οδυσσέας ή ο Τηλέμαχος φτάνουν σε κάποιο παλάτι ως άγνωστοι ξένοι. Κι αν στον Τηλέμαχο είναι εμφανής η αρχοντική καταγωγή, ο Οδυσσέας είναι ρακένδυτος (ή εντελώς γυμνός) και καταταλαιπωρημένος. Οι οικοδεσπότες τους, τους ταΐζουν, τους πλένουν, τους ντύνουν και τους αφήνουν να ξεκουραστούν, πριν καν ρωτήσουν το όνομά τους. Μόνο αφού ξεκουραστεί ο ξένος είναι ευγενικό να τον ρωτήσουν ποιος είναι κι από πού έρχεται. Είτε στην Ιθάκη είτε στην Πύλο είτε στην Σπάρτη είτε στους Φαίακες, οι κανόνες υποδοχής είναι ακριβώς οι ίδιοι. Ακόμα κι η Καλυψώ έτσι υποδέχεται τον Ερμή στο νησί της πριν τον ρωτήσει τι δουλειά έχει εκεί.

Θα μου πεις, αυτά τα κάνουν οι θεοί και οι βασιλιάδες, που έχουν τα πλούτη και την δύναμη. Όμως κι ο Εύμαιος ο χοιροβοσκός σφάζει για τον άγνωστο ζητιάνο/Οδυσσέα δύο από τα γουρούνια του. 
Ο διάλογός τους περιέχει όλη την ουσία:

κι ο Οδυσσέας
χαιρόταν που έτσι, τον προσδέχτηκε κι αυτά τα λόγια του ΄πε:
«Ο Δίας μακάρι κι οι άλλοι αθάνατοι θεοί να σου χαρίσουν
ό,τι ποθεί η καρδιά σου, ξένε μου, που έτσι καλά με δέχτης!»
Εύμαιε, και συ του απηλογήθηκες, χοιροβοσκέ, και του ΄πες:
«Ξένε, σωστό δεν το ΄χω ο ξένος μου να νιώσει αψηφισμένος,
κι ας είναι πιο από σένα δύστυχος· φτωχοί και ξένοι έρχονται
όλοι απ΄ το Δία, κι είναι καλόδεχτο το χάρισμά μας πάντα,
όσο μικρό.
(Ξ 51-59, μτφρ Καζαντζάκη-Κακριδή)

Από τον πρώτο λοιπόν ως τον τελευταίο, όλοι κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να φιλοξενήσουν τους ξένους, γιατί ο ξένος είναι ιερός.

Οι μόνοι που δεν τηρούν τους κανόνες φιλοξενίας είναι τα τέρατα (π.χ. Πολύφημος, Κίρκη) και οι μνηστήρες. Και αν προσέξεις, όλοι στο τέλος τιμωρούνται.

Γινόταν και στην πραγματικότητα έτσι; Ίσως όχι. Όμως αυτή ήταν η κουλτούρα με την οποία μεγάλωναν οι Έλληνες κάποτε. Αυτές τις ιστορίες μάθαιναν για τη συμπεριφορά απέναντι στους ξένους. Αυτά ήταν τα πρότυπα στα οποία προσπαθούσαν να μοιάσουν.

Σήμερα όμως δεν θέλουμε καν να ξέρουμε ποιοι είναι οι ξένοι κι από πού ήρθαν. (Για να τους δώσουμε έστω λίγο νερό ούτε λόγος...) Θα τους βρίσουμε, θα τους ταλαιπωρήσουμε κι άλλο, θα τους φερθούμε απάνθρωπα. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να μας αδειάσουν την γωνιά, γιατί θα μας πάρουν τις δουλειές, θα μας κολλήσουν αρρώστιες, θα αλλοιώσουν την δομή της κοινωνίας μας (σιγά την δομή) κλπ κλπ. Στην πραγματικότητα, μας ενοχλεί ότι είναι πιο μαυριδεροί και πιο φτωχοί από μας, και μας χαλάνε την εικόνα.

Ακόμα χειρότερα, θα εμποδίσουμε κι αυτούς που προσπαθούν να κάνουν κάτι. Θα καλέσουμε την αστυνομία γιατί κάποιος άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας ώστε να προστατευτούν οι πρόσφυγες από την καταρρακτώδη βροχή. Θα ζητήσουμε την σύλληψη του οδηγού που πήγε με το λεωφορείο εκτός υπηρεσίας να μεταφέρει πρόσφυγες σε ασφαλές μέρος.

Η πλήρης αντίθεση του τότε με το τώρα συμπυκνώνεται στην (βαθύτατα ειρωνική) απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης να ονομάσει την επιχείρηση σύλληψης και εγκλεισμού των μεταναστών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης "Ξένιος Δίας". Τραγική ειρωνεία. Και ύβρις.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Γιατί έχω μια απορία, αλλά όχι αυτήν που γράφω στον τίτλο. Η πραγματική ερώτηση που θέλω να σου κάνω είναι άλλη:

Πότε πάψαμε να είμαστε Έλληνες;


Γ.

23.1.15

Τίποτα δεν γίνεται, αν δεν το διεκδικήσεις


Ας αρχίσω με μια ιστορία.

Το μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής θητείας μου το υπηρέτησα στον Έβρο, σε μια από τις πιο αυστηρές ή "προβλεπόμενες" μονάδες του πυροβολικού. Γενικά στον στρατό συναντάει κανείς τις πιο αυστηρές συνθήκες στη ζωή του (πλην της φυλακής φυσικά), αφού οφείλει να υπακούει σε διαταγές χωρίς δικαίωμα άρνησης ή παραίτησης, αλλά η μονάδα μου ήταν φημισμένη για την αυστηρότητά της ακόμα και στους στρατιωτικούς κύκλους.

Όταν ήμουν περίπου 1 μήνα στην μονάδα ήρθε ένας καινούριος λοχαγός, που είχε τέτοια φήμη ώστε όταν περνούσε οι φαντάροι κυριολεκτικά σκορπούσαν δεξιά και αριστερά σαν τα κατσίκια (ή σαν τα ορκς στην Μόρια, όταν εμφανίζεται ο Μπάλρογκ).

Κάποια μέρα έτυχε να βγουν έτσι οι υπηρεσίες ώστε θα έμενα 24 ώρες άυπνος. Αξιωματικός υπηρεσίας ήταν αυτός ο λοχαγός. Στην αναφορά, του ζήτησα αν γίνεται να ξαπλώσω το απόγευμα, τις ώρες που δεν είχα σκοπιά, για να κοιμηθώ έστω λίγο. Μπορεί να σας ακούγεται αυτονόητο, αλλά για την συγκεκριμένη μονάδα ήταν κάτι ανήκουστο, αφού κανείς δεν επιτρεπόταν να κοιμηθεί σε ώρα εκτός των προβλεπόμενων ωρών ανάπαυσης. Ακόμα θυμάμαι τα έντρομα βλέμματα που μου έριξαν οι υπόλοιποι φαντάροι. Καθώς και την έκπληξή τους στα όσα έγιναν μετά.

Ο λοχαγός χωρίς δεύτερη σκέψη μου έδωσε άδεια να κοιμηθώ και επιπλέον μου είπε να μην βγω ούτε στην βραδινή αναφορά, αλλά να σηκωθώ μόνο για να κάνω τη σκοπιά μου. Οι υπόλοιποι έμειναν άναυδοι. Η αλήθεια είναι πως ούτε εγώ περίμενα τέτοια αντιμετώπιση, αλλά ήξερα ότι το αίτημά μου ήταν λογικό. Μόνο ένας παλαβός αξιωματικός θα προτιμούσε να αφήσει έναν φαντάρο να κάνει σκοπιά άυπνος, διακινδυνεύοντας κάποιο ατύχημα. Και ο λοχαγός μας, αν και ήταν εξαιρετικά αυστηρός, παράλληλα ήταν πολύ λογικός. Κάτι που βέβαια ανακαλύψαμε εκείνη την στιγμή, αφού κανείς στο παρελθόν δεν είχε τολμήσει να ζητήσει κάτι παρόμοιο.

Η ιστορία μας όμως δεν τελειώνει εδώ. Από τότε και μετά, οι φαντάροι στη μονάδα μου όποτε είχαν παρόμοια προβλήματα τα ανέφεραν στους αξιωματικούς και κανένα, μα κανένα, λογικό αίτημα δεν απορρίφθηκε. Και η κατάσταση στη μονάδα βελτιώθηκε σημαντικά, καθώς όσο δύσκολες κι αν ήταν οι συνθήκες ξέραμε ότι υπάρχει κατανόηση. Ήμασταν βέβαια και τυχεροί, γιατί δεν είναι όλες οι μονάδες έτσι. Είχαμε μόνο έναν μισοπάλαβο αξιωματικό, οπότε σπάνια είχαμε πρόβλημα. (Αυτοί που υπέφεραν σταθερά ήταν όσοι ανήκαν στην πυροβολαρχία του.)

Μετά το στρατό, συνέχισα να διεκδικώ πράγματα όταν θεωρούσα ότι τα αιτήματά μου είναι λογικά. Και μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει φορά που αίτημα (προσωπικό ή συλλογικό) δεν ικανοποιήθηκε, εφόσον αυτός που είχα απέναντί μου δεν ήταν παράλογος ή δεν εξυπηρετούσε άλλα συμφέροντα από αυτά της θέσης που υπηρετούσε. Αντιθέτως, συνειδητοποίησα ότι πολλές φορές ακόμα και η φωνή ενός μόνο ανθρώπου μετράει. Άλλοτε επειδή χρειάζεται κάποιος να κάνει την αρχή, άλλοτε επειδή έχουμε μάθει αλλιώς και δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε ότι έχουμε τη δύναμη (βασικά την υποχρέωση) να αλλάξουμε ό,τι μας ενοχλεί. Για αυτό και μισώ αφάνταστα τη φράση "τι να κάνουμε, αυτή είναι η Ελλάδα". 

Τι μου ΄ρθε όμως και τα γράφω αυτά τώρα; Προφανώς η αφορμή είναι η συζήτηση των τελευταίων ημερών γύρω από το τι μπορεί να πετύχει μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αν ζητήσει αναδιαπραγμάτευση των όρων του μνημονίου κλπ κλπ.

Εγώ, από την παραπάνω εμπειρία και όλες τις ανάλογες περιπτώσεις που ακολούθησαν στη ζωή μου, έμαθα το εξής: αν το αίτημά σου είναι λογικό, οφείλεις να το διεκδικήσεις. Το αν θα ικανοποιηθεί εξαρτάται από το πόσο λογικός είναι ο συνομιλητής σου και μόνο.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, δύο είναι τα πιθανά ενδεχόμενα, εφόσον πάντα τα αιτήματά μας είναι λογικά.

Αν και η Τρόικα φερθεί λογικά (ουσιαστικά η Ε.Ε. και κυρίως η Γερμανία), τότε θα βρεθεί λύση που να μας ικανοποιεί όλους.

Αν δεν φερθεί λογικά και επιμείνει φανατικά στο σύνολο των τωρινών όρων, τότε έχουμε πρόβλημα. Γενικότερο πρόβλημα, ως Ευρώπη, όχι μόνο ως Ελλάδα.

Και το ερώτημα είναι τι κάνουμε στην δεύτερη περίπτωση, που αρκετοί φοβούνται ότι είναι πιο πιθανή; Θα πρέπει αρχικά να αναρωτηθούμε αν είναι αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση που θέλουμε, αν είναι αυτή η Ένωση στην οποία συμφωνήσαμε. Γιατί από όσο θυμάμαι δεν θελήσαμε μια σχέση αφέντη-δούλου, αλλά ισότιμων μελών. Είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση η οικογένειά μας ή το μαντρί μας;

Μεγάλωσα σε μια Ευρώπη που ήταν ενωμένη, που ήταν ισότιμη. Έχω δεκάδες εμπειρίες για τις οποίες είμαι περήφανος που είμαι Ευρωπαίος πολίτης. Για αυτό και δεν είμαι καθόλου διατεθειμένος να παραιτηθώ από αυτήν την ιδέα. Για αυτό και έχω αποφασίσει να διεκδικήσω, να παλέψω τόσο για την επιβίωση της χώρας μου όσο και για το μέλλον της Ευρώπης. Νιώθω ότι το χρωστάω και στην Ευρώπη που με μεγάλωσε και στις γενιές που θα ακολουθήσουν.

Υπάρχει και κάτι ακόμα. Είτε το αντιληφθούμε εγκαίρως είτε όχι, ο κόσμος γύρω μας θα αλλάξει. Αυτή τη στιγμή ζούμε σε έναν κόσμο ακραίας κοινωνικο-οικονομικής ανισότητας. Όμως όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες από τα προϊστορικά χρόνια έχουν ένα συλλογικό αίσθημα δικαιοσύνης. Κατά καιρούς η ισορροπία χάνεται προσωρινά και η ανισότητα φτάνει ένα όριο που πλέον δεν είναι υποφερτή. Σε αυτό το όριο βρισκόμαστε τώρα. Αργά ή γρήγορα, οργανωμένα ή χαοτικά, θα επιστρέψουμε σε πιο δίκαιες κοινωνίες. Είναι υποχρέωσή μας (αν θέλουμε να έχουμε περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουμε) να αποφύγουμε την χαοτική αλλαγή και να παλέψουμε για την οργανωμένη μετάβαση σε μια δικαιότερη κοινωνία.

Αν κάτι ελπίζω να έχετε καταλάβει από όσα έγραψα, είναι πως δεν πιστεύω σε σωτήρες. Εμείς οι ίδιοι είμαστε υπεύθυνοι για το τι θα γίνει αύριο. Κανείς δεν θα μας χαρίσει τίποτα. Κανείς δεν θα διεκδικήσει για μας τίποτα, αν δεν το απαιτήσουμε. Και καμία αλλαγή δεν θα στεριώσει αν δεν την υποστηρίξουμε.

Το πραγματικό ερώτημα είναι: ξέρουμε τι θέλουμε;

Εμένα μου πήρε χρόνο, αλλά πλέον ξέρω τι θέλω, ξέρω για τι θέλω να παλέψω.

Το ίδιο εύχομαι και σε σας.


Γ.

18.8.14

Ένα αντίο

(Στον Ερμή)


Τον Ερμή τον πρωτοείδα κουτάβι μερικών εβδομάδων στην αυλή της θείας Χριστίνας στην Κεφαλλονιά. Ήταν ένα γλυκύτατο μελί-μπεζ μικροσκοπικό πλάσμα. Τον ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή.

[Εδώ θα μπει κάποια στιγμή η φωτογραφία του Ερμή-κουτάβι, όταν την βρω και την σκανάρω.]


Τα αφεντικά της μαμάς του δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν και μας τον έφεραν. Ούτε η θεία μου μπορούσε και θα τον άφηνε στο νησί όταν θα έφευγε για την Αθήνα στο τέλος του καλοκαιριού. Καθώς δεν εμπιστευόμουν ιδιαίτερα αυτούς που θα έμεναν εκεί τον χειμώνα ότι θα τον φροντίσουν, αποφάσισα να τον πάρω μαζί μου φεύγοντας. Η απόφαση ήταν δύσκολη. Είχαμε ήδη 2 σκυλιά στο Αίγιο και πίστευα ότι η μάνα μου δεν θα χαιρόταν και πολύ με το να γίνουν 3. (Ευτυχώς τα πράγματα είχαν εντελώς διαφορετική εξέλιξη με το που τον είδε.)

Την ημέρα της αναχώρησης έφτιαξα ένα πρόχειρο λουράκι από σπάγγο για να μην μου φύγει και τον έβαλα σε ένα κουτί παπουτσιών που βρήκα. Στο πλοίο καθήσαμε αναγκαστικά στο κατάστρωμα, όπως ενδείκνυται, αλλά καθόλου δεν μας χάλασε γιατί όλα τα κορίτσια που βρίσκονταν στο πλοίο πέρασαν για να τον χαϊδέψουν. (Μιλάμε για φοβερή γυναικοπαγίδα...)

Ακριβώς μπροστά μας καθόταν ένα τεράστιο αρσενικό λυκόσκυλο με το αφεντικό του, που μπορούσε να κάνει τον Ερμή μια χαψιά. Μην ξέροντας πώς θα αντιδρούσε στην παρουσία του κουταβιού, προσπαθούσα να τους κρατάω σε απόσταση. Όμως, αμέσως φάνηκε ότι ο μεγάλος σκύλος είχε βάλει το σκυλάκι υπό την προστασία του και δεν άφηνε κανέναν να το πλησιάσει αν δεν τον ενέκρινε.

Πιάσαμε κουβέντα με το αφεντικό του, έκπληκτοι κι οι δύο με την στάση του λυκόσκυλου. Κάπου εκεί με ρώτησε: "πώς τον λες;"
Η αλήθεια είναι πως μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχα αποφασίσει πώς θα τον ονομάσω. Ήμουν ανάμεσα στο Ερμής και 1-2 άλλα αρχαιοελληνικά ονόματα.
Του λέω "σκέφτομαι να τον βγάλω Ερμή. Ο δικός σου πώς λέγεται;"
"Απόλλωνας", μου απαντάει και βάζω τα γέλια. Πόσο πιο ταιριαστό όνομα θα μπορούσε να έχει, από τον αδερφό και προστάτη του θεού Ερμή, τον Απόλλωνα; Και έτσι "κλείδωσε" το όνομα Ερμής.

Από τότε πέρασαν 15 χρόνια.


Ο Ερμής ήταν ο πιο γλυκός και παιχνιδιάρης σκύλος που έχω γνωρίσει. Λάτρευε τα παιχνίδια και ειδικά ένα μπαλάκι του τένις με το οποίο παίζαμε. Κάποτε όταν το μπαλάκι είχε σχεδόν διαλυθεί, του πήρα ένα καινούριο. Με το που του το έδωσα η χαρά του ήταν απίστευτη. Ξεκάθαρα αναγνώρισε πως δεν ήταν απλά ένα παιχνίδι, αλλά ένα δώρο αποκλειστικά για εκείνον, για να αντικαταστήσει το παλιό. Σοκαρίστηκα. (Από τότε βέβαια έχω δει πολλά ζώα να έχουν αντίληψη πραγμάτων που όσοι δεν είχαν ποτέ επαφή με ζώα νομίζουν ότι είναι αδύνατον. Πλέον το θεωρώ αναμενόμενο.)

Με το που με έβλεπε να πλησιάζω έπεφτε αμέσως ανάσκελα να τον χαϊδέψω. Οι περισσότερες φωτογραφίες του που έχω είναι τέτοιες, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβω να τον βγάλω φωτογραφία πριν ξαπλώσει.


Παράλληλα ο Ερμής ανέλαβε και τον ρόλο του υπεδραστήριου φύλακα. Δεν άφηνε ευκαιρία να γαβγίσει να πάει χαμένη, ακόμα κι αν ήταν άγρια νύχτα. Όποτε κάποιος από εμάς ήταν εκτός σπιτιού, περίμενε δίπλα στην αυλόπορτα, ακόμα κι αν έβρεχε κι ας του φωνάζαμε να φύγει από την βροχή.

Ο Ερμής ήταν μαχητής. Από όσα σκυλιά πέρασαν από το σπίτι μας, ήταν ο πιο άτυχος. Δύο φορές αρρώστησε πολύ, την μια έχασε το ένα του μάτι και την άλλη παραλίγο την ζωή του. Την δεύτερη φορά, η πιο πιθανή διάγνωση ήταν καρκίνος, με μια ελάχιστη πιθανότητα να είναι κάτι άλλο που δεν θυμάμαι τώρα, το οποίο ήταν αντιμετωπίσιμο. Κάποιος άλλος μπορεί να αποφάσιζε να του κάνει ευθανασία τότε, και δεν θα τον αδικούσα. Τα έξοδα και η ταλαιπωρία των περαιτέρω εξετάσεων και της εγχείρησης-θεραπείας στην απίθανη περίπτωση να μην ήταν καρκίνος, ήταν μεγάλα. Αλλά εμείς αποφασίσαμε να το παλέψουμε και ο Ερμής ήταν τυχερός μες στην ατυχία του. Τελικά δεν είχε καρκίνο.


Τον Ερμή τον έκλαψα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) λίγες μέρες μετά την εγχείρηση, όταν δεν έδειχνε να αναρρώνει. Ο γιατρός μας είχε προειδοποιήσει ότι λόγω της ηλικίας του και της σοβαρότητας της εγχείρησης ίσως να μην μπορέσει να συνέλθει. Είχαμε κανονίσει να του κάνουμε ευθανασία και ήμουν σχεδόν έτοιμος να γράψω αυτό το κείμενο 3 χρόνια πριν, όταν ξαφνικά, το πρωί που περιμέναμε την κτηνίατρο, ο Ερμής ζωντάνεψε. Θυμάμαι τα σιωπηλά βλέμματά μας μέχρι κάποιος να τολμήσει πρώτος να πει ότι "ίσως πρέπει να πάρουμε την κτηνιάτρο και να της πούμε να μην έρθει", και την ταχύτητα με την οποία όλοι συμφωνήσαμε (και πέσαμε πάνω στο τηλέφωνο). Ήταν σαν να έφυγε ένα τεράστιο βάρος από πάνω μας.

Αυτό το βάρος δεν γινόταν να ξαναδιώξουμε σήμερα. Ο γιατρός μας είχε πει τότε ότι ο Ερμής θα ζήσει άλλον έναν χρόνο περίπου. Τελικά - χάρη και στην αυστηρή δίαιτα που του έκανε η μάνα μου - έζησε πάνω από 3. Τον τελευταίο καιρό όμως, είχε γεράσει υπερβολικά. Τις τελευταίες μέρες δεν μπορούσε να σταθεί καλά καλά και ανέπνεε με δυσκολία. Τις περισσότερες ώρες κοιμόταν. Ήταν ήδη περισσότερο "εκεί" παρά "εδώ". Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν έκανε ευκολότερη την απόφαση και την εκτέλεσή της.

Η κτηνίατρος ήρθε σήμερα το μεσημέρι. Η διαδικασία κράτησε ελάχιστα. Του κρατούσα το κεφάλι και τον χάϊδευα μέχρι τέλους. Έκλαψα όσο δεν έχω ξανακλάψει ποτέ. Η λογική φώναζε, αλλά το συναίσθημα αρνιόταν να ακούσει.

Τον θάψαμε δίπλα στην σκυλίτσα μας την Ελίζα (που όλοι οι άλλοι την φώναζαν Λίζα), στην σκιά μιας συκιάς. Από ένα καπρίτσιο της μοίρας τον θάψαμε μαζί με ένα άλλο σκυλάκι που το βρήκαμε χτυπημένο με παράλυτα τα πίσω πόδια το Σαββατοκύριακο. Η κτηνίατρος αφού τον εξέτασε τον Μαύρο (και στην εμφάνιση και στην μοίρα) και έκρινε ότι δεν θα ζήσει πολύ ακόμα, τον κοίμησε κι αυτόν για να μην ταλαιπωρείται άλλο.

Την ώρα που έριχνα το χώμα ο κάφρος μέσα μου δεν άντεξε άλλο και είπε "το καλύτερο λίπασμα έχει αυτή η συκιά". (Τουλάχιστον οι αμυντικοί μηχανισμοί λειτουργούν...)

Για ένα πράγμα μετανιώνω μόνο. Κάποια στιγμή, όταν ο Ερμής συνεχώς προσπαθούσε να καβαλήσει την γριούλα πλέον Ελίζα και της είχε κάνει τη ζωή αφόρητη, αποφασίσαμε να του κάνουμε στείρωση. Ήταν μεγάλο λάθος. Η προσωπικότητα του Ερμή άλλαξε εντελώς. Από εκείνη την ημέρα και μετά, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το φαΐ. Έτρωγε με μια αρρωστημένη μανία. Έπαψε να παίζει όπως πριν, γάβγιζε πολύ λιγότερο, έχασε το θάρρος του, ήταν άλλος σκύλος. Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν σταμάτησε να προσπαθεί να καβαλήσει την Ελίζα. Η μόνη αναλαμπή που είχε ήταν μετά την σοβαρή εγχείρηση, όταν για μερικές μέρες αφού ζωντάνεψε δεν τον ενδιέφερε το φαΐ και ήταν ο Ερμής που ξέραμε.

Δεν ξέρω αν η στείρωση δεν θα τον επηρέαζε τόσο αν είχε γίνει σε μικρή ηλικία (ή αν απλά δεν θα προλαβαίναμε να δούμε τον πραγματικό του χαρακτήρα). Πάντως μετά από αυτή την εμπειρία αποφασίσαμε να μην ξαναστειρώσουμε αρσενικό σκυλί.

Όσο κι αν άλλαξε όμως, δεν πάψαμε να τον αγαπάμε και να βλέπουμε στο βάθος τον καταπληκτικό φίλο με τον οποίο περάσαμε τόσα χρόνια παρέα. Για μένα ο Ερμής ήταν και θα είναι πάντα αυτό το χαρούμενο σκυλί που πάντα πέφτει ανάσκελα μόλις με βλέπει για να τον χαϊδέψω.


Αντίο παλιόφιλε.

Γ.